Γνωρίζατε ότι το Ντιρλανταντά ηχογραφήθηκε πρώτη φορά από Καλύμνιο?

kali-psa

 Ντιρλανταντά: Από το δικαστήριο, Νο1 στα γαλλικά charts Το “αγνώστου πατρός” τραγούδι, στα σποτ του ΣΥΡΙΖΑ, κρύβει μία εντυπωσιακή ιστορία και μία ακόμη πιο εντυπωσιακή διεθνή πορεία

Ντα ντα ντιρλανταντά! Θες δεν θες αυτές τις ημέρες σίγουρα το έχεις σιγοτραγουδήσει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ χτύπησε διάνα με ένα “ξεχασμένο” αλλά αγαπημένο χαρωπό σκοπό που σε κερδίζει με την πρώτη ακρόαση.
Πόσο περισσότερο όταν δεν πρόκειται για πρώτη ακρόαση καθώς ο συγκεκριμένος έχει μεγαλώσει τουλάχιστον δύο γενιές.
Και αν νομίζεται ότι αυτές οι γενιές είναι μόνο Ελλήνων είστε γελασμένοι. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε πρώτη φορά, σε ένα 45άρι δίσκο, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 από τον καπετάν Γκίνη από την Κάλυμνο σε επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου.
Το τραγούδι είναι παραδοσιακό και σύμφωνα με τον “θρύλο” το τραγουδούσαν οι σφουγγαράδες στους βουτηχτάδες όταν αυτοί έρχονταν στην επιφάνεια ώστε να τους κρατάνε ξύπνιους και να αποφύγουν την “νόσο των δυτών”.
Μάλιστα οι ρίζες του λέγεται ότι χάνονται στην Μπαρμαριά, (τις ακτές της Βορείου Αφρικής) περιοχή που έφταναν και βουτούσαν οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες. Ο ρυθμός και οι εναλλαγές παραπέμπουν σε τελετουργική θρησκευτική μουσική των δερβίσηδων και σύμφωνα με κάποιους δεν αποκλείεται η θεωρία αυτή να έχει βάση.
Όπως και να έχει το Ντιρλανταντά εξαπλώθηκε πέρα από τα καράβια των Καλύμνιων σε όλο το Αιγαίο.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο άνθρωπος που το έκανε ευρύτερα γνωστό, μέσα από την ηχογράφηση του το 1969 στο δίσκο “Το περιβόλι του τρελού” ισχυρίζεται ότι το είχε πρωτακούσει στην Θάσο και το επέλεξε μέσα στην γενικότερη τάση της εποχής για στροφή στα παραδοσιακά τραγούδια από την διεθνή μουσική σκηνή.
“Το «Ντιρλαντά» είναι ένα τραγούδι το οποίο άκουσα για πρώτη φορά πολλά χρόνια πριν βγει, από τους ψαράδες στη Θάσο, και εν συνεχεία το άκουσα ηχογραφημένο στις συλλογές από 45άρια που έκανε η Δόμνα Σαμίου.
Λοιπόν, έκανα μια διασκευή του. Πρέπει να σας πω ότι εκείνα τα χρόνια υπήρξε ένα ενδιαφέρον από πολλούς -και από τη μεριά μου- για παραδοσιακά τραγούδια.(…) Άρεσε πάρα πολύ στον κόσμο, έγινε μεγάλη επιτυχία και μάλιστα διεθνής.
Βγήκε και σε δισκάκι μικρό, είχε πουλήσει πάρα πολύ, είχε πάει στο εξωτερικό. Βγήκε και στα γιαπωνέζικα.
Μια μέρα παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος από την Κάλυμνο και ισχυρίστηκε ότι το τραγούδι είναι δικό του. Η Δόμνα, την οποία άκουγα, το απέκλειε, είναι παραδοσιακό τραγούδι, και μάλιστα πήγα στο λαογραφικό αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών που μου το δώσανε ως καταχωρημένο στα παραδοσιακά νησιώτικα τραγούδια. Σε κείνη την πρώτη φάση την κέρδισα τη δίκη. Δεν είπα ποτέ ότι είναι δικό μου το τραγούδι. Στο εξώφυλλο γράφει ότι είναι μια διασκευή δημοτικού τραγουδιού. Παραδοσιακό το ανακήρυξε και το δικαστήριο και έκτοτε δεν έδωσα σημασία.
Όμως ο Καπετάν Γκίνης, που ισχυριζόταν ότι είναι ο συνθέτης του τραγουδιού, κουβάλησε όλο το νησί στο δικαστήριο σε μιαν άλλη φάση, ως μάρτυρες που λέγανε «ήμουν εκεί όταν το έγραφε» και τα λοιπά.
Το επιχείρημά όσων με υποστήριζαν ήταν ότι δεν γίνεται ένας άνθρωπος να γράψει ένα τραγούδι μόνο και μάλιστα ένα τέτοιο τραγούδι, πού είναι τα άλλα; Δεν υπήρχαν άλλα τραγούδια.
Όμως το δικαστήριο δεν το δέχτηκε αυτό το επιχείρημα.
Λένε τώρα αρβύλα ότι μεσολάβησε ο Πατακός, αλλά δεν ξέρω να σας πω αν αυτά είναι αλήθεια. (σ.σ. Η δίκη είχε πάρει διαστάσεις στην εποχή, καθώς το τραγούδι είχε γίνει ήδη επιτυχία. Σύμφωνα με μια θεωρία η χούντα δεν ήθελε στο δικαστήριο να νικήσει ένας Κομουνιστής ενώ σύμφωνα με κάποια άλλη θεωρία εάν το τραγούδι καταγράφονταν ως παραδοσιακό θα χανόντουσαν οριστικά μουσικά δικαιώματα από μελλοντικές εκτελέσεις και διασκευές).
Υπάρχει ένα διασκεδαστικό περιστατικό στη δίκη από τον Γιάννη τον Παπαϊωάννου. Λέει ο Παπαϊωάννου «Εγώ το θυμάμαι από έφηβος που το τραγουδούσαμε». «Πού το τραγουδούσατε;» ρωτάει το δικαστήριο. «Στον Πειραιά, στην ξυλομηχανή». «Ποια ξυλομηχανή;». Ήθελε να πει δεν είχαμε μηχανή, κουπιά μόνο. Ονόμαζε ξυλομηχανή το ψάρεμα με βάρκα.
Και του λέει ο δικηγόρος «Έχετε άδεια αλιείας;». Οπότε εδώ γελάνε όλοι, τι άδεια αλιείας να έχει ο κυρ Γιάννης τώρα; Και λέει «βεβαίως», γιατί δεν ξέρανε ότι ο λαϊκός άνθρωπος όλα τα έγγραφα της ζωής του τα κουβαλάει επάνω του. Και ανασύρει από την τσέπη το στεφανοχάρτι, το συμβόλαιο αγοράς του σπιτιού, το απολυτήριο του στρατού, το πιστοποιητικό γεννήσεως και άδεια αλιείας του 1930! Τον τάπωσε τον δικηγόρο.
Όμως, τη δίκη τη χάσαμε”. Για τον καλλιτέχνη από την Θεσσαλονίκη το Ντιρλανταντά ήταν ένα νόμισμα με δύο όψεις.
Από την μία τον έκανε γρήγορα γνωστό στα πρώτα του βήματα σε ένα κοινό που θα αργούσε να τον ανακαλύψει και από την άλλη αλλοίωσε έστω και προσωρινά την φυσιογνωμία του.
(αναδημοσίευση)
Κωστής Χριστοδούλου news247