Μη με μαλώνεις μαμά που είμαι άταχτος, την προσοχή σου ζητάω

Μη με μαλώνεις μαμά που είμαι άταχτος, την προσοχή σου ζητάω

Από Ζωή Αντωνιάδου

Το πρωί σε βλέπω για πολύ λίγο. Βιάζεσαι να με ξυπνήσεις, να με ντύσεις , να με ταΐσεις για να με αφήσεις γρήγορα γρήγορα στον παιδικό.  Μάταια κλαίω , γκρινιάζω και απλώνω τα χεράκια μου προς εσένα. Ποτέ δεν έχεις χρόνο για μια αγκαλιά. Βιάζεσαι να πας στη δουλειά λες και θυμώνεις. Μη θυμώνεις μανούλα, προσπαθώ να είμαι καλό παιδάκι για να μ’ αγαπάς.

Το μεσημέρι έρχεσαι να με πάρεις ή στέλνεις τη γιαγιά. Θέλω να σου πω πως πέρασα. Να σου δείξω τι σου ζωγράφισα. Εσένα σκεφτόμουν μανούλα όλη μέρα. Σε παρακαλώ κοίτα τη ζωγραφιά μου. Προσπάθησα να σε κάνω τόσο όμορφη όσο είσαι. Μη με μαλώνεις. Θες να οδηγήσεις γρήγορα λες για να μαγειρέψεις και να έχουμε φαγητό να φάμε, γιατί ο μπαμπάς θα έρθει νηστικός από τη δουλειά και κουρασμένος. Μα μανούλα ένα λεπτό μόνο σου ζητάω. Πάλι δεν έχεις χρόνο για τις βλακείες μου λες.

Φτάνουμε στο σπίτι και πετάς τα παπούτσια και τρέχεις να μαζέψεις τα ρούχα και να βάλεις το φαγητό στη φωτιά. Τρέχω κι εγώ από πίσω να σε βοηθήσω, να παίξουμε και να γελάσουμε. Να δεις ότι είμαι καλό παιδί και να με πάρεις στην αγκαλιά σου, μα εσύ πάλι με μαλώνεις. Σε ενοχλώ λες και με διώχνεις στο δωμάτιο μου για να προλάβεις να κάνεις όσα θες.

Πάω κι εγώ στο δωμάτιο μου που έχω πολλά παιχνίδια και μιλάω με αυτά, αλλά δεν μου απαντάνε μανούλα. Μάλλον είμαι κακό παιδάκι γι’ αυτό με έδιωξες.

Μου λείπεις όμως μανούλα και θέλω να είμαι μαζί σου. Αν τα πετάξω όλα τα παιχνίδια μου, αυτά που δε μιλάνε και δεν παίρνουν αγκαλιές, ούτε δίνουν γλυκά φιλάκια σαν εσένα, ίσως και να έρθεις να δεις τι κάνω.

Και τότε έρχεσαι, ιδρωμένη και κουρασμένη, νευριασμένη, με τα τσουλούφια από τα μαλλιά σου κολλημένα στο μέτωπο, τι όμορφα που μυρίζουν  τα μαλλιά σου μανούλα μου, και φωνάζεις, και κοιτάς το ταβάνι με απελπισία και εμένα με μίσος. Μήπως δε με αγαπάς πια μανούλα; Δεν είμαι το παιδάκι σου; Σε παρακαλώ έλα να παίξουμε. Θα δεις είμαι καλό παιδάκι και σ’ αγαπάω πολύ.Γιατί μανούλα μου δε θες να παίξουμε;

Αργότερα στρώνεις το τραπέζι, έρχεται και ο μπαμπάς. Λέτε για τη δουλειά, για λογαριασμούς και εγώ θέλω να σας δείξω τι κάναμε σήμερα στο σχολείο. Μου ζητάτε να κάτσω φρόνιμα και να μην μιλάω όταν μιλάνε οι μεγάλοι. Πότε μπορώ να μιλήσω κι εγώ μανούλα; Θα με ακούσετε; Τι να κάνω για να μου δώσετε λίγη σημασία;

Αργότερα ασχολείσαι με τις δουλειές, με τους γνωστούς και τον μπαμπά. Και είσαι όλο θυμωμένη, κατσουφιασμένη και καμιά φορά κλαις. Μην κλαις μανούλα μου. Πονάει όλο μου το είναι όταν εσύ δεν είσαι καλά. Και μετά τα βάζεις μαζί μου. Ότι κι αν κάνω σε κουράζει. Ότι κι αν πω σε ενοχλεί. Μανούλα θα με διώξεις; Δεν θα είμαι πια το παιδάκι σου;

Εγώ φταίω για όσα σε στεναχωρούν κι σε κουράζουν; Εγώ φταίω που αύριο θα είμαι ένας θλιμμένος έφηβος, ανασφαλής, με την τάση να αναζητώ το ανήκειν  και την αποδοχή οπουδήποτε; Εγώ φταίω μανούλα που όταν εσύ θα χαλαρώσεις και θα αποζητάς την προσοχή μου, τότε δε θα θέλω να σου τη δώσω εγώ, γιατί τα οχυρά που θα έχω χτίσει έως τότε, σε άμυνα μπρος της παραμέλησής σου, θα είναι πολύ ψηλά;

Θα κάνω ζημιές, θα κλαίω, θα φωνάζω. Μόνο τότε στρέφετε το βλέμμα σας σε μένα. Μόνο τότε μου δίνεται σημασία. Μόνο τότε ασχολείστε μαζί μου κι ας είναι αυτό για να με μαλώσετε. Κάπως πρέπει κι εγώ να σας τραβήξω την προσοχή. Κάτι πρέπει να κάνω πριν φτιάξει το μυαλό μου φανταστικούς ανθρώπους που θα με πλαισιώνουν .

Μην με μαλώνεις μανούλα μου όταν κάνω ζημιές. Πάρε με αγκαλιά, φίλησέ με, την αγάπη και την προσοχή σου ζητάω μόνο κι εγώ θα δεις θα γίνω το αγγελούδι που ονειρεύτηκες.