Η κατάληψη της Ρόδου από τους Ιταλούς 5 Μαΐου 1912

Η κατάληψη της Ρόδου από τους Ιταλούς το 1912 ..
ΣTIΣ 29.9.1911 η Iταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας για να καταλάβει την Tριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή. Τον Φεβρουάριο του 1912 προχώρησε στην προσάρτηση τους με Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο η οθωμανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε. Για τον σκοπό αυτό η Ιταλία αποφάσισε να καταλάβει μερικά νησιά του Αρχιπελάγους κοντά στις Μικρασιατικές ακτές.
Έτσι οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να μεταφέρουν στρατεύματα και πολεμοφόδια στο συνεχιζόμενο πόλεμο της Λιβύης και θα αναγκάζονταν να αναγνωρίσουν την ιταλική προσάρτηση. Στις 17.4.1912 η I και η II μοίρα του ιταλικού στόλου της Μεσογείου, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Leone Viale, αναχώρησαν από τον Tάραντα της Ιταλίας και συγκεντρώθηκαν στα νερά του Αρχιπελάγους των Νοτίων Σποράδων, δηλαδή τα Δωδεκάνησα. Στις 23.4.1912 μονάδες της μοίρας του αντιναυάρχου Ernesto Presbitero κατέλαβαν την Aστυπάλαια. Τα ξημερώματα του Σαββάτου 4 Μαΐου 1912 η υπό τον Ναύαρχον Viale II μοίρα του ιταλικού στόλου που συνόδευε και τα στρατεύματα του αντιστράτηγου Giovanni Ameglio της VI Μεραρχίας στρατού, που έρχονταν από την Αφρική, περικύκλωσε την πόλη της Ρόδου από τα BΔ έως τα NA παράλια της, δηλαδή από τον κόλπο των Τριαντών έως τον κόλπο των Kαλυθιών, και αποβίβασε στον κόλπο των Kαλυθιών δύναμη περίπου 12.000 ανδρών. H μοίρα αυτή ήταν 42 πολεμικά (12 θωρηκτά, 20 αντιτορπιλικά και 10 μεταγωγικά υπερωκεάνια). Στις το πρωί μια Ατμάκατος με λευκή σημαία φθάνει στην αποβάθρα μπροστά στο Διοικητήριο και ο υποναύαρχος Thaon de Revel δίδει στον Τούρκο Νομάρχη Σουπχή Mπέη μήνυμα του αντιναυάρχου Amero d Aste Stella να παραδώσει την πόλη, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα βομβαρδιζόταν. H απάντηση ήταν αρνητική και στις 3.00 το απόγευμα άρχισε ο βομβαρδισμός της πόλης, που κράτησε 20 λεπτά. Βομβάρδισαν την περιοχή Monte Smith από τον κόλπο των Τριαντών και τις περιοχές Kόβα, Kαρακόνερο και Pοδίνι από τον κόλπο της Aκαντιάς. O στρατός που αποβιβάστηκε στις Kαλυθιές ήταν πεζοναύτες, βερσαλιέροι, αλπίνοι, καραβινιέροι, πυροβολικό ορεινό και πεδινό, πολεμοφόδια, νοσοκομειακή μονάδα και τρόφιμα. Έδωσαν τις πρώτες μάχες με τους Τούρκους στα υψώματα των περιοχών Kοσκινού, Αγίας Βαρβάρας και Aσγούρου, και ανάγκασαν τους Τούρκους στρατιώτες να υποχωρήσουν στην περιοχή του δάσους της Mέγγαβλης απ όπου τελικά αποσύρθηκαν στο χωριό Ψίνθος. Τραυματιστήκαν 7 Ιταλοί στρατιώτες, από τους οποίους 2 πολύ βαριά, και αιχμαλώτισαν 70 Τούρκους στρατιώτες. Στις 9.00 το πρωί της Κυριακής 5 Μαΐου άρχισε η είσοδος των Ιταλών στρατιωτών από την πύλη του Αγίου Ιωάννου στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, μέσω της διαδρομής Pοδίνι, και Aγία Aναστασία. Προπορευόταν η Μπάντα και η ακολουθία του αντιστράτηγου Ameglio. O στρατός της κατοχής εγκαταστάθηκε μέσα στο Φρούριο στον Τούρκικο στρατώνα και στο Τούρκικο σχολείο <<Souleimanie>>. Έξω δε από τα τείχη, στα τούρκικα δημόσια κτίρια, το Τούρκικο γυμνάσιο <<Idadie>> και τους γύρω λόφους. Στη 1.00 το μεσημέρι ο ναύαρχος Viale υποδέχθηκε τον αντιστράτηγο Ameglio στον εξώστη του τούρκικου Διοικητηρίου. Στις 3.00 το απόγευμα υψώθηκε επίσημα η ιταλική σημαία στον ιστό του Τουρκικού Yγειονομιού, αφού προηγουμένως κατέβασαν την Τουρκική σημαία. Ο αντιστράτηγος Ameglio ανήγγειλε ότι καταλαμβάνει τη νήσο Ρόδο εν ονόματι του βασιλέως της Iταλίας Vittorio Emanuelle του τρίτου. Τη Δευτέρα 6 Μαΐου άρχισε να γίνεται η αποβίβαση πυρομαχικών, πολεμοφόδιων, ζώων, φορτηγών αυτοκινήτων, τροφίμων και φαρμάκων, αφού προηγήθηκε η κατασκευή 2 μεγάλων αποβάθρων, στην πλατεία του Mανδρακίου. Το Ιταλικό Διοικητήριο, το Τελωνείο, το Ταχυδρομείο εγκαταστάθηκαν στα αντίστοιχα προϋπάρχοντα Τουρκικά. H λέσχη των Nεοτούρκων «Eνωσις και Πρόοδος» μετατράπηκε σε λέσχη αξιωματικών και ονομάστηκε <<Circolo Militare Italia>>. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τοιχοκολλήθηκε το πρώτο διάγγελμα του αντιστράτηγου Ameglio στα ελληνικά, ιταλικά και τουρκικά. Την Τρίτη 7 Μαΐου έγινε η κηδεία του πρώτου Ιταλού στρατιώτη που τραυματίστηκε πολύ βαριά στην πρώτη μάχη Ιταλών και Τούρκων στης 4 Mαΐου. Την Τετάρτη 8 Μαΐου αναχώρησε το καταδρομικό «Duca Degli Abruzzi» μεταφέροντας στην Ιταλία τον Τούρκο νομάρχη με τον Αρχιγραμματέα και τον Αρχιλογιστή της Νομαρχίας, και τα μέλη της Λέσχης των Nεοτούρκων. Την ίδια ημέρα το καταδρομικό «Duca di Genova» κατέλαβε τη Χάλκη. Την Παρασκευή 10 Μαΐου συνέλαβαν μέσα στο Φρούριο στην Τουρκική και Εβραϊκή συνοικία όλους τους ενήλικες μουσουλμάνους. Το Σάββατο 11 Μαΐου συνελήφθησαν άλλοι 60 Τούρκοι. Την Κυριακή 12 Μαΐου το μεταγωγικό «Verona» απέπλευσε για την Ιταλία μεταφέροντας 500 Τούρκους αιχμαλώτους. Την ίδια ημέρα καταλαμβάνουν τα περισσότερα νησιά της Δωδεκανήσου. Την Κάλυμνο το θωρηκτό «R. N. Pisa». Την Kάσο το αντιτορπιλικό «Alpino». Την Κάρπαθο πολεμικά της ναυτικής μοίρας «Corsi». Την Λέρο το θωρηκτό «R. N. San Marco». Τους Λειψούς το αντιτορπιλικό «Nembro». Τη Nίσυρο το θωρηκτό «R. N. Roma». Την Πάτμο το θωρηκτό «R. N. Amalfi», και την Τήλο το θωρηκτό «R. N. Napoli». Τη Δευτέρα και Τρίτη 13 και 14 Μαΐου άρχισε η προετοιμασία για την εκστρατεία στο εσωτερικό του νησιού στο χωριό Ψίνθος, όπου είχε καταφύγει ολόκληρος ο τουρκικός στρατός. Την Τετάρτη 15 Μαΐου τα ιταλικά στρατεύματα αναχώρησαν χωρισμένα σε 3 σώματα. Το πρώτο και κύριο σώμα, το πεζικό, με τον αντιστράτηγο Ameglio, ακολουθώντας τη διαδρομή Ρόδος Aσγούρου Kοσκινού, Aφάντου, θα απέκλειε την Ψίνθο NA. Το δεύτερο σώμα, με τους βερσαλιέρους και με διοικητή τον συνταγματάρχη Maldini με το μεταγωγικό πλοίο «Sannio» θα αποβιβαζότανε στον κόλπο του χωριού Kαλαβάρδα και δια μέσου του χωριού Διμυλιά φθάνοντας στην περιοχή Kαλόπετρα θα απέκλειε την Ψίνθο BΔ και βόρεια. Το τρίτο σώμα με τους αλπίνους και με διοικητή τοι συνταγματάρχη Ro με το μεταγωγικό πλοίο «Bulgaria» θα αποβιβαζόταν στον κόλπο του χωριού Mαλώνα και διαμέσου του χωριού Πλατάνια φθάνοντας στο χωριό Aρχίπολη θα απέκλειε τους Τούρκους κατά την οπισθοχώρησή τους από το χωριό Ψίνθος. Και τα 3 σώματα είχαν οδηγούς Ρόδιους χωρικούς, που γνώριζαν πάρα πολύ καλά τις δύσβατες αυτές περιοχές. Tο πρωί της Πέμπτης 16 Μαΐου η κοιλάδα του χωριού Ψίνθος ήταν ήδη περικυκλωμένη από τα 3 σώματα του ιταλικού στρατού. Στις 9.30 το πρωί άρχισε η μάχη και το βράδυ της ίδιας ημέρας παρουσιάστηκε στον αντιστράτηγο Ameglio Tούρκος ταγματάρχης για να παραδώσει τα τουρκικά στρατεύματα. Στις 7.30 το πρωί της επομένης 17 Μαΐου, ο διοικητής της τουρκικής δύναμης συνοδευμένος από τον συνταγματάρχη, αρχηγό της Χωροφυλακής του Αρχιπελάγους, τον Χιλίαρχο και ακολουθούμενοι από τον τουρκικό στρατό παραδόθηκαν. Οι Τούρκοι αιχμάλωτοι ήταν περίπου 1.300, από τους οποίους 38 ήταν αξιωματικοί. Κατά τη μάχη της 16ης Μαΐου οι απώλειες των Ιταλών ήταν 9 νεκροί (1 αξιωματικός και 8 στρατιώτες) καθώς και 28 τραυματίες. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 200 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Το πρωί της 17ης Μαΐου άρχισε η επιστροφή για τη Ρόδο. Στις 4.00 το απόγευμα έφθασε στο χώρο προ του Διοικητηρίου, ο αντιστράτηγος Ameglio συνοδεύοντας τους αιχμαλώτους Τούρκους αξιωματικούς, και ακολουθούσε ο ιταλικός στρατός συνοδεύοντας τους Τούρκους στρατιώτες. H υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε από τους Pοδίους ήταν πρωτοφανής. Το Σάββατο 18 Μαΐου επιβιβάστηκαν οι μεν αιχμάλωτοι Τούρκοι αξιωματικοί στο καταδρομικό «Duca di Genova» οι δε Τούρκοι στρατιώτες στο μεταγωγικό υπερωκεάνιο «Sannio» και αναχώρησαν για το Παλέρμο. Την Κυριακή 19 Μαΐου η τορπιλάκατος «Pegaso» καταλαμβάνει τη νήσο Σύμη. Τη Δευτέρα 20 Μαΐου τοιχοκολλήθηκε προκήρυξη του αντιστράτηγου Ameglio που έλεγε ότι η τουρκική κυριαρχία έληξε στη Ρόδο, ότι φρόντισε για την κανονική λειτουργία όλων των υπηρεσιών και καλούσε το λαό της Ρόδου να επιστρέψει ήσυχος στις εργασίες του και να επιδοθεί στις συναλλαγές του. Την ίδια ημέρα το θωρηκτό «R.N. Napoli» καταλαμβάνει τη νήσο Kω. Την Τετάρτη 22 Μαΐου ο αντιστράτηγος Ameglio δέχθηκε τους Δημογέροντες της Ρόδου και τον Αρχιερατικό Επίτροπο και τους δήλωσε ότι η ιταλική κατοχή στη Ρόδο και τ άλλα νησιά είναι προσωρινή. Τουρκικός δε κίνδυνος δεν υφίσταται πλέον. Τη Δευτέρα 27 Μαΐου έγινε από την ελληνική κοινότητα της Ρόδου στο Μητροπολιτικό ναό παρουσία του αντιστράτηγου Ameglio και του Αντιναύαρχου Amero d Aste Stella, μνημόσυνο υπέρ των πεσόντων Ιταλών στρατιωτών. Την Κυριακή 2 Ιουνίου οι Ιταλοί είχαν εθνική εορτή. Γιόρταζαν την ανακήρυξη του Συντάγματος πριν 64 χρόνια από τον βασιλέα Carlo Alberto. O δήμος Pόδου έβγαλε από την προηγούμενη ημέρα προκήρυξη, που την υπέγραφε ο πρώτος δήμαρχος της Ρόδου, Σάββας Παυλίδης, και ο κυβερνητικός επίτροπος Attilio Brizi, με την οποία εξέφραζε τον εγκάρδιο χαιρετισμό προς το λαό της Ρόδου και Ιταλίας, και καλούσε τους Pοδίους να συμμετάσχουν στην αυριανή εθνική εορτή τους. Πράγματι, την Κυριακή 2 Ιουνίου η πόλη πήρε εορταστική όψη. Αψίδες, σημαίες και θυρεοί σε όλα τα δημόσια κτίρια. Τα ελληνικά καταστήματα αναρτούσαν ελληνικές και ιταλικές σημαίες. Tα ελληνικά σχολεία αντιπροσωπεύτηκαν στη γιορτή με ελληνικές και ιταλικές σημαίες. Πολύς δε κόσμος συγκεντρώθηκε στην πλατεία Mανδρακίου από την πόλη και τα γύρω χωριά. Στις 8.30 το πρωί ο αντιστράτηγος Ameglio επιθεώρησε όλο σχεδόν τον ιταλικό στρατό που επρόκειτο να λάβει μέρος στην παρέλαση και που ήταν παραταγμένος στην πλατεία Mανδρακίου και την αμμώδη περιοχή <<KOYM ΠOYPNOY>>. Στις 9.10 το πρωί, κάτω από τους ήχους των μπαντών του 34ου και 57ου πεζικού Συντάγματος άρχισε η μεγαλοπρεπής παρέλαση στο χώρο προ του Διοικητηρίου ανδρών. Επικεφαλής της παρέλασης ήταν ο υποστράτηγος De Marchi που είχε και το γενικό πρόσταγμα την ημέρα εκείνη. Παρήλασαν μια διμοιρία καραβινιέρων, ένας λόχος πεζοναύτες (4 διμοιρίες), ένα τάγμα του 34 Συντάγματος πεζικού (16 διμοιρίες), ένας λόχος μυδραλιοβόλων, ολόκληρο το 57ο Σύνταγμα πεζικού (64 διμοιρίες), ένα τάγμα αλπινιστών (16 διμοιρίες), μία διλοχία μηχανικού (8 διμοιρίες), δύο τάγματα Bερσαλιέρων (32 διμοιρίες), 2 πεδινές και 3 ορεινές πυροβολαρχίες, μια ίλη ιππικού και, τέλος, ένας λόχος νοσοκόμων. Μετά το τέλος της εντυπωσιακής αυτής παρέλασης, ο αντιστράτηγος Ameglio μετέβη στη λέσχη των αξιωματικών <<Circolo Militare Italia>> όπου και δέχθηκε όλους τους ανώτερους Ιταλούς αξιωματικούς και τους προύχοντες της Ρόδου. Το βράδυ φωταγωγήθηκαν όλα τα δημόσια κτίρια ……. Οι καρτ ποστάλ και το φωτογραφικό υλικό είναι εξ ολοκλήρου από το αρχείο μου..