Βασιλάκης Καΐλας: Η Λαμπέτη, η Μανταλένα και τα ξενύχτια με τον Μπάρκουλη

 

kailas2Της Γεωργίας Παπαδημητρίου
Ο 60χρονος σήμερα ηθοποιός που υπήρξε το παιδί-θαύμα

του ελληνικού κινηματογράφου μιλάει μέσα από την αυτοβιογραφία του για την καθοριστική γνωριμία του με την Έλλη Λαμπέτη, για όσα έζησε στα γυρίσματα της Μανταλένας αλλά για τα «νυχτοπερπάτηματα» μαζί με τον Ανδρέα Μπάρκουλη!

 

«Ένα παιδί μετράει τα πλάνα» είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του Βασίλη Καΐλα, του διασημότερου πιτσιρικά του ελληνικού κινηματογράφου που συμμετείχε σε 117 ταινίες και
έπαιξε δίπλα σε μεγάλους πρωταγωνιστές. Στο βιβλίο θυμάται τα παιδικά του χρόνια μέσα στα κινηματογραφικά πλατό και όσα έζησε δίπλα στους σταρ της εποχής.

Τα παιδικά του χρόνια και η πρόταση της Έλλης Λαμπέτη

Ο Βασίλης Καΐλας γεννήθηκε στον Πειραιά το 1953. «Ο Γιάννης και η Μαρία, οι γονείς μου, εκείνα τα χρόνια τα έφερναν δύσκολα, όπως κι ο περισσότερος κόσμος. Ετσι λοιπόν, μετά τον ερχομό μου στη ζωή, το πρώτο πράγμα που αναζήτησαν ήταν μια στέγη. Μη φανταστείτε ότι ήθελαν να αγοράσουν σπίτι. Πού να βρουν τα λεφτά! Εκείνη την εποχή στις πολυκατοικίες των μεγαλοαστικών συνοικιών ζητούσαν θυρωρούς. Ετσι, άρπαξε την ευκαιρία ο Γιάννης και βρήκαμε σπίτι. Στο Σύνταγμα, παρακαλώ: οδός Βουλής 38». Ένα πρωί ο πατέρας του Γιάννης τον άφησε μόνο του στο θυρωρείο. Ήταν η ημέρα που ο Μιχάλης Κακογιάννης μαζί με την Έλλη Λαμπέτη θα συναντούσαν τυχαία τον 4χρονο τότε Βασίλη και θα ζητούσαν από τους γονείς του να παίξει στην ταινία «Το τελευταίο ψέμα». Έτσι και έγινε. Στην αυτοβιογραφία του, ο ηθοποιός μιλά για το πρώτο του γύρισμα στην Αράχοβα στο οποίο -όπως αποκαλύπτει- κινδύνεψε: «Με πήγαν σε έναν γκρεμό και μου είπαν να πιαστώ από ένα θάμνο και να αρπάξω ένα κόκαλο από μπριζόλα που μου είχαν πετάξει κάποιοι πλούσιοι για να το φάω» θυμάται. Ο θάμνος όμως ήταν ξεριζωμένος, και ο μικρός Καΐλας κουτρουβάλησε πάνω σε κουβέρτες που κρατούσαν οι τεχνικοί για να μη χτυπήσει. «Τρόμαξα, αλλά φαίνεται ότι ήμουν αρκετά πειστικός. Ετσι δεν χρειάστηκε να ξαναγίνει το πλάνο. Ευτυχώς, γιατί νομίζω ότι δεν θα το ξαναέκανα» γράφει.

Ανεξίτηλη στη μνήμη του έχει μείνει και η ταινία «Μανταλένα» στην οποία έπαιζε το μικρό αδελφάκι της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Η ταινία γυρίστηκε στην Αντίπαρο και στα διαλείμματα ο μικρός Βασίλης ψάρευε μαζί με τον Παντελή Ζερβό, τον σπουδαίο ηθοποιό που υποδυόταν στο φιλμ τον παπά του χωριού. «Πήρα κλωστή και βελόνα που την τσάκισα, ψωμί και τυράκι που τα ζύμωσα για δόλωμα και την άλλη μέρα ναι ‘μαι πρώτος και καλύτερος στον μόλο. Οταν κατέφθασε ο Ζερβός με τα ράσα του να ανεμίζουν και το σκαμνάκι του στο χέρι, με ρώτησε “Τι κάνεις εκεί, ρε ζαγάρι;”, “Τι να κάνω; Ψαρεύω” του είπα με καμάρι. Εβαλε τα γέλια όταν αντιλήφθηκε με τι ψάρευα. Ελα, όμως, που τα γέλια του βγήκαν ξινά, γιατί μέχρι να ρίξει την πετονιά του αυτός, εγώ είχα ανεβάσει με την κλωστή και τη βελόνα έναν τεράστιο κέφαλο!» λέει στο βιβλίο του.

Μικρός ψαράς στη Μανταλένα
Η μεγάλη όμως επιτυχία του Βασιλάκη Καΐλα ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με την ταινία «ο λουστράκος», που έπαιξε στο πλευρό του Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Για τις ανάγκες του ρόλου- όπως εξομολογήθηκε- γυάλιζε παπούτσια και εκτός γυρισμάτων: «Είχα και το κασελάκι μου μαζί γιατί έπρεπε να μάθω να χειρίζομαι τις βούρτσες. Ετσι, όποιον έβρισκα στην είσοδο της πολυκατοικίας -συμπεριλαμβανομένου και του πατέρα μου φυσικά- του ζητούσα να του γυαλίσω κι εκείνου τα παπούτσια. Στην οδό Νίκης, λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού μου, υπήρχαν πάντα τρεις – τέσσερις λούστροι στον δρόμο πολύ πρόθυμοι να μου διδάξουν την τέχνη τους. Σ’ αυτούς χρωστάω τα πρώτα μου μαθήματα».

Τα νυχτοπερπατήματα με τον Μπάρκουλη
Σε άλλο σημείο του βιβλίου, θυμάται τα «νυχτοπερπάτηματα» του με τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Οι δύο τους συνεργάστηκαν στη ταινία «Μία σφαίρα για μένα» που γυρίστηκε στην Κύπρο. Ο γόης του ελληνικού κινηματογράφου όταν έβγαινε έπαιρνε μαζί του τον μικρό Βασίλη για να ξεφύγει από την συμπρωταγωνίστρια του: «Η πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν φίλη με την κυρία που είχε τότε σχέση ο Ανδρέας (σ.σ.: Μπάρκουλης), άρα ό,τι έπεφτε στην αντίληψή της το επόμενο λεπτό μεταφερόταν χαρτί και καλαμάρι. Ο γάτος, όμως, τι έκανε; Από την πρώτη στιγμή, όπου ήθελε να πάει έλεγε “θα πάω με τον Βασίλη και τον πατέρα του για καφέ, για μπιλιάρδο”. Πού να πάει το μυαλό της ότι στην ηλικία μου θα μπορούσα να βρεθώ ακόμη και σε καμπαρέ και μάλιστα με τη συνοδεία του πατέρα μου. Προχωρημένα πράγματα για την εποχή».